 |
|
|
 |
- Πάντα χωρίς φόβο και πάντα με πολύ πάθος. O
«δράκος» του ελληνικού μπάσκετ «τραβάει χειρόφρενο»- όπως έκανε όταν σούταρε
τρίποντα -και μιλάει για το παρελθόν,πατάει γκάζι και μιλάει για το παρόν
και το μέλλον, και θυμάται όλα αυτά που σημάδεψαν τη μεγάλη καριέρα του,το
ελληνικό μπάσκετ αλλά και όλους εμάς, που πανηγυρίσαμε, γελάσαμε και κλάψαμε
μαζί του, με την καρδιά μας να χτυπά σε κάθε μεγάλο παιχνίδι, όπως η πορτοκαλί
μπάλα στο παρκέ. Τον αγαπήσαμε γιατί ήταν το παιδί της φτωχής οικογένειας που
ενσάρκωνε τα όνειρα όλων των πιτσιρικάδων (πλουσίων, μεσαίων και απόρων),
συμπεριλαμβανομένου και του υπογράφοντος. Τον γουστάραμε επειδή όταν έβαζε
κρίσιμα καλάθια ύψωνε τα χέρια του και παρακινούσε τον κόσμο να φωνάξει, γιατί
όταν διαμαρτυρόταν για την εθνική ομάδα με τη γνωστή κατσούφικη γκριμάτσα
έκλαιγε και η ψυχή του, και μαζί του όλοι μας.
-
- Επειδή δεν δίστασε να κάτσει
μπροστά στον γίγαντα Τσατσένκο στον τελικό του Ευρωμπάσκετ και να δεχτεί
κατακέφαλα τον αγκώνα του αθώου γίγαντα -ο οποίος πιθανόν να ζύγιζε περισσότερο
απ' όσο ο ίδιος ο Παναγιώτης Γιαννάκης- για να αλλάξει τη ροή του τελικού. Διότι
ποτέ του δεν σταμάτησε να προπονείται, να παλεύει, να μάχεται, να πολεμά. Ακόμα
και όταν στις ΗΠΑ του αφαίρεσαν ολόκληρο τον πρόσθιο χιαστό χωρίς να του
τοποθετήσουν μόσχευμα και τον προέτρεψαν να ξεχάσει το μπάσκετ. Γιατί σε
αντίθεση με τον μέγιστο αλλά εσωστρεφή Νίκο Γκάλη, στο πρόσωπο του οποίου δεν
μπορούσες να διακρίνεις το παραμικρό συναίσθημα, ο Παναγιώτης Γιαννάκης έβγαζε
σε όλους μας το παράπονο, την τσαντίλα, το πάθος, την γκρίνια αλλά και τη
μαγκιά, τον τσαμπουκά, τη φιλοδοξία, τον εγωισμό του Ελληνα.
-
- Εξακολουθούμε να
τον αγαπάμε. Γιατί ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν άφησε τις αρχές του να τον
προσπεράσουν και να εξαφανιστούν, διαβρωμένες από τη δόξα και ενδεχομένως από τα
χρήματα που απεκόμισε από το μπάσκετ. Γιατί σε κάθε αναφορά του στο άθλημα και
στην καριέρα του δεν ξεχνά το όνομα της συζύγου του Ευγενίας, τονίζοντας ότι αν
δεν υπήρχε εκείνη στη ζωή του ίσως να μην έφτανε τόσο ψηλά. Και διότι δεν κρύβει
την ευγνωμοσύνη του για τους γονείς, οι οποίοι τον άφησαν να ασχοληθεί με τον
αθλητισμό, παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του είχε ανάγκη από εργατικά χέρια.
Η ζωή του Παναγιώτη Γιαννάκη πιθανώς να μην καλύπτεται σε ένα βιβλίο, πόσο
μάλλον σε μια συνέντευξη. Εμείς επιχειρήσαμε να τη χωρίσουμε σε μικρές ενότητες.
Ιδού πώς τις επιμελήθηκε ο ίδιος.
Πράξη 1η: Ιωνικός Τα πέτρινα χρόνια στους χωματόδρομους της Νίκαιας
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νίκαια, σε φτωχογειτονιές, όπως πολλά παιδιά της
σειράς μου. Η μητέρα μου δούλευε υφάντρια, ο πατέρας μου είχε συνεργείο που
έφτιαχνε μηχανάκια και ποδήλατα. Η διασκέδαση την εποχή εκείνη ήταν τα παιχνίδια
στον χωματόδρομο της γειτονιάς, περισσότερο το ποδόσφαιρο. Από τότε ήθελα να
είμαι ο αρχηγός της παρέας, παρ' ότι ήμουν μικρότερος από τα περισσότερα παιδιά.
Μαζευόμασταν σε μια αλάνα πίσω από δύο ανοιχτά γήπεδα αθλοπαιδιών για να
παίξουμε ποδόσφαιρο, όμως εγώ, επειδή είχα γενικότερη κλίση προς τον αθλητισμό,
δοκίμασα και το μπάσκετ. Oλα αυτά συνέβησαν όταν ήμουν 9 ετών.
Ηταν τότε
που σας ανακάλυψε κάποιο έμπειρο μάτι;
Η πρώτη ομάδα μπάσκετ στη Νίκαια
λεγόταν ΧΑ Νικαίας και έδινε εκεί κοντά τα παιχνίδια της. Εγώ χανόμουν από το
σπίτι και τα παρακολουθούσα ως αργά, σε σημείο που ανησυχούσε η μητέρα μου και
με αναζητούσε στα σοκάκια φωνάζοντας το όνομά μου. Ετσι άρχισα να «κολλάω»
περισσότερο στο μπάσκετ, παρ' ότι ήμουν πολύ καλός και στο ποδόσφαιρο. Μια μέρα
λοιπόν που πήγα να παίξω με εντόπισε ο πρώτος προπονητής μου, ο Βύρων Κρίθαρης.
Τότε ήταν κόουτς της παιδικής ομάδας του Ιωνικού: «Εσύ γιατί δεν έρχεσαι να
παίξεις μπάσκετ;», μου είπε και έμεινα να τον κοιτάζω απορημένος, χωρίς να ξέρω
τι να απαντήσω. Μαζί του ήταν και ένας παράγοντας του Ιωνικού, που λεγόταν
Δαμιανίδης, ο οποίος μου έδωσε ένα εικοσάρικο για να βγάλω φωτογραφίες -γεγονός
που μου έκανε τρομερή εντύπωση και μου έδωσε ταυτόχρονα το θάρρος για να πάρω
την απόφαση.
Σκεφτήκατε να το βάλετε στην τσέπη και να το σκάσετε; Με
ένα εικοσάρικο τότε ένα παιδί αγόραζε ό,τι ήθελε για μια εβδομάδα.
Μπα,
ήμουν πολύ ντροπαλός, δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Για την
ακρίβεια, ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό.
Ετσι λοιπόν, το καλοκαίρι
του 1971 ξεκίνησε στον Ιωνικό Νικαίας η καριέρα του Παναγιώτη Γιαννάκη. Πολύ
γρήγορα ο ψηλόλιγνος πιτσιρικάς μπήκε στη δωδεκάδα της παιδικής ομάδας -παρ' ότι
ήταν δύο, τρία χρόνια μικρότερος από τους συμπαίκτες του- και μέχρι να τελειώσει
το πρωτάθλημα έφτασε να παίζει ως πρώτη αλλαγή. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Το
1974 κλήθηκε στην Εθνική Εφήβων αλλά κόπηκε λόγω ηλικίας και το 1975 κατέκτησε
με την Εθνική Παίδων τη δεύτερη θέση στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα που διεξήχθη
στο Σπόρτιγκ. Το 1976, σε ηλικία 17 ετών, ο τότε ομοσπονδιακός τεχνικός Ρίτσαρντ
Ντουκσάιρ τον κάλεσε για πρώτη φορά στην Εθνική Ανδρών, και το 1979 αγωνίστηκε
για πρώτη φορά στη Μεικτή Ευρώπης. Oλα κυλούσαν ρολόι. Και τότε έγινε η πρώτη
μεγάλη συνάντηση, η οποία έμελλε να αλλάξει τη μοίρα δύο παικτών αλλά και του
ελληνικού μπάσκετ, γενικότερα: Ιωνικός Νικαίας -Αρης 113-114, Γιαννάκης: 72
πόντοι -Γκάλης: 63 πόντοι!
Αλήθεια, τι συνέβη εκείνο το βράδυ του
Ιανουαρίου του 1981;
Εκείνη τη βραδιά έγινε ένα μαγικό παιχνίδι. Πάντοτε
στη Νίκαια οι αγώνες με ομάδες που πρωταγωνιστούσαν στο πρωτάθλημα ήταν γιορτή.
O κόσμος το περίμενε με ανυπομονησία, εμείς ήμασταν μια παρέα και θέλαμε να
δείξουμε ότι υπάρχουμε. Βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας είχε μια ιδιαιτερότητα,
επειδή στον Αρη έπαιζε ο Νικ, ο οποίος ήταν η ατραξιόν του ελληνικού
πρωταθλήματος. Τι να πω, ό,τι κάναμε και οι δύο έμπαινε μέσα.
Συνειδητοποιήσατε κάποια στιγμή ότι περάσατε τους 50, 60 πόντους;
Oχι, δεν κατάλαβα τίποτα. Θυμάμαι, είχαμε πάει στα ντους στεναχωρημένοι
γιατί είχαμε χάσει στον πόντο ένα δικό μας παιχνίδι και εγώ ήμουν σκασμένος
επειδή είχα αποβληθεί με πέντε φάουλ πριν τελειώσει η δεύτερη παράταση. Ενας
συμπαίκτης μου, ονόματι Πετρίδης, με ρώτησε: «Ρε, Παναγιώτη, ξέρεις πόσους
πόντους έχεις βάλει;». «Πόσους να έχω βάλει, γύρω στους 35-40;», του απάντησα.
«Τι λες, ρε; 72 έβαλες». Τότε ένας άλλος συμπαίκτης μου, ο Μπενετάτος, βγήκε από
τα ντους και είπε την αξέχαστη ατάκα: «Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα παιχνίδι
όρθιος», εννοώντας ότι έτρεχε άσκοπα πάνω κάτω βλέποντας εμένα να κάνω ό,τι
έκανα.
Σας πέρασε από το μυαλό εκείνο το βράδυ ότι εσείς και ο Νίκος
Γκάλης θα προκαλούσατε την επανάσταση του Αρη και του ελληνικού μπάσκετ,
γενικότερα;
Oχι, ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο και δεν το βλέπω έτσι
κιόλας. Το μπάσκετ και ο αθλητισμός είναι μια εκδήλωση η οποία είναι
ανταγωνιστική από μόνη της. Ακόμη και στην προπόνηση έχεις ανταγωνισμό με τους
συμπαίκτες σου. Αλλά κυρίως αυτό που σε ενθουσιάζει είναι να συμμετέχεις σε
επιτυχίες ομαδικές, γιατί τελικά στον κόσμο αυτό μένει και έτσι προοδεύει ο
αθλητισμός. Μια ομαδική επιτυχία σπρώχνει όλον τον αθλητισμό προς την καταξίωση,
ακόμη και ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να μην είναι στην κορυφή της πυραμίδας. Γι'
αυτό πάντοτε στην καριέρα μου θεωρούσα ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι αυτό
που λένε οι Αμερικανοί: Δεν έχει τόση σημασία αν έχεις κερδίσει το πρωτάθλημα,
αλλά σε ποιο πρωτάθλημα παίζεις. Τι θέλω να πω; Oτι όσοι έπαιζαν μπάσκετ την
εποχή εκείνη, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, ήταν κομμάτι της επιτυχίας του
ελληνικού μπάσκετ.
Το καλοκαίρι του 1984, ο πρώην πρόεδρος της ΠΑΕ ΑΕΚ
και μέλος του Ιωνικού Νικαίας, Δημήτρης Μελισσανίδης, προσπάθησε να μεσολαβήσει
ώστε ο Παναγιώτης Γιαννάκης να συνεχίσει την καριέρα του στην Ενωση, ωστόσο τα
οικονομικά προβλήματα των «κιτρινόμαυρων» έκριναν απαγορευτική τη μετακίνηση.
Τελικά ο νικαιώτης γκαρντ ξέφυγε και από τα δίχτυα του Παναθηναϊκού, ο οποίος
επίσης τον πολιόρκησε -ο Μαλακατές ξόδεψε τα χρήματα που του έδωσε τότε ο
Γιώργος Βαρδινογιάννης για να αγοράσει τον Παπαπέτρου, μόνο και μόνο επειδή
προσπαθούσε να τον αποκτήσει ο Oλυμπιακός, κάνοντας- όπως εκ των υστέρων
αποδείχτηκε -μια γκάφα μεγατόνων- και κατέληξε στα 25 χρόνια του στον Αρη, με
μια μεταγραφή-ρεκόρ για τα μπασκετικά δεδομένα της εποχής.
«Αν θυμάμαι
καλά, 33 εκατομμύρια πήρε ο Ιωνικός και 7 εκατομμύρια πήρα εγώ. Ηταν πολύ μεγάλη
μεταγραφή. Νομίζω ότι τα ίδια λεφτά ξοδεύτηκαν τότε για τη μεταγραφή του Δημήτρη
Σαραβάκου από τον Πανιώνιο στον Παναθηναϊκό. Η προηγούμενη μεγαλύτερη μεταγραφή
που είχε γίνει ήταν 10 εκατομμυρίων στο σύνολο. Η δική μου έφτασε τα 40».
|
|