 |
|
|
 |
- Πράξη 4η: Εθνική ομάδα
Η εκτόξευση του ελληνικού
μπάσκετ Θα την περιγράψω με επικεφαλίδες. Oλα ξεκίνησαν το 1986, όταν δώσαμε το
οριακό ματς στη Γαλλία για το ποιος θα προκριθεί στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της
Ισπανίας. Επειτα από τρεις παρατάσεις και έναν συγκλονιστικό αγώνα, λυγίσαμε
τους Γάλλους του Ιφναγκέλ, του Ντιμπουισόν που μας έβαλε 51 πόντους, και του
Ντακουρί. Ηταν η πρώτη απόδειξη ότι αυτά τα παιδιά μπορούσαν να κοιτάξουν στα
μάτια τους μεγάλους ευρωπαϊκούς αντιπάλους. Ηταν η πρώτη φορά στην ιστορία μας
που κερδίσαμε τη συμμετοχή μας σε τελική φάση παγκοσμίου πρωταθλήματος και η
δέκατη θέση ήταν σημαντικό επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς τις απουσίες που
είχαμε στους ψηλούς. O Κοκολάκης είχε αποσυρθεί και ο Φασούλας δοκίμαζε την τύχη
του στο ΝΒΑ, οπότε καταλαβαίνεις ότι κοντά στο καλάθι είχαμε πρόβλημα. Στην
επιστροφή από εκείνη τη διοργάνωση όμως όλοι χαμογελούσαμε πονηρά. Βλέπαμε ότι
κάτι καλό θα έρθει στο μέλλον.
Και το καλό ήρθε. Για την ακρίβεια ήρθε
το καλύτερο δυνατό. Η Εθνική ομάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης, μόλις έναν χρόνο
αργότερα. Το ξεκίνημα ήταν δύσκολο, οι προσδοκίες όχι υψηλές, το ΣΕΦ μάζευε λίγο
κόσμο στους πρώτους αγώνες της Ελλάδας. O αρχικός στόχος ήταν η οκτάδα και η
Εθνική κατάφερε να τερματίσει τέταρτη στον όμιλό της, χάνοντας στα μεγάλα ματς
από τη Σοβιετική Ενωση και την Ισπανία αλλά νικώντας την πανίσχυρη
Γιουγκοσλαβία. Και τότε, στο πιο κομβικό σημείο της διοργάνωσης, στον αγώνα για
την πρόκριση στους «8» του Ευρωμπάσκετ, στον δρόμο μας βρέθηκαν και πάλι οι
Γάλλοι, έτοιμοι να εκδικηθούν για τον αποκλεισμό τους από το Παγκόσμιο της
Ισπανίας. «O στόχος από την αρχή της διοργάνωσης ήταν η είσοδος στην οκτάδα. Και
μπορώ να πω ότι είχαμε μεγάλο άγχος γι' αυτό. Κανείς από εμάς δεν φανταζόταν όλα
αυτά που ακολούθησαν. Ελπίζαμε απλά να μπούμε στους «8» για πρώτη φορά στην
ιστορία μας. Και το καταφέραμε. Το ματς με τη Γαλλία μας έδωσε φτερά, ο κόσμος
άρχισε να πιστεύει ότι κάτι καλό πάει να γίνει και άρχισε να γεμίζει το γήπεδο.
Η νίκη με την Ιταλία στα προημιτελικά ήταν ασύλληπτο γεγονός για τα τότε
δεδομένα του ελληνικού και του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Η πρόκριση στον ημιτελικό δεν
μας επέτρεπε να κοιμόμαστε περισσότερες από τρεις, τέσσερις ώρες τη μέρα. Αν και
-για να πω την αλήθεια- η αϋπνία άρχισε από το βράδυ της νίκης επί της Γαλλίας».
Και φτάνουμε στον ημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι
που πίστευαν ότι θα τους νικήσετε για δεύτερη φορά.
Ακόμα και μέσα στην
ομάδα υπήρχαν παιδιά που δεν το πίστευαν. Υπήρξε συμπαίκτης μου που με πλησίασε
και μου είπε: «Θα μας σκοτώσουν σε αυτό το ματς. Είναι διψασμένοι να αποδείξουν
ότι στο πρώτο ματς έχασαν λόγω της έδρας και της διαιτησίας. Εχουν λυσσάξει και
τώρα είναι ημιτελικός, δεν θα το πάρουν στον χαβαλέ, θα μας δείρουν». Και όντως,
στην αρχή δεν το πήραν καθόλου στην πλάκα. Το ματς δεν πήγαινε καλά για εμάς, οι
Γιούγκοι ξέφυγαν με περισσότερους από δέκα πόντους, όμως εκεί έκαναν το λάθος.
Αρχισαν να παίζουν υπεροπτικά, να κάνουν χαβαλέ και να πετάνε πάσες πίσω από την
πλάτη, παίζοντας με τον εγωισμό μας. Ηταν ολίσθημα. Μας ξύπνησαν, μας πώρωσαν
χωρίς να το θέλουν και τελικά το πλήρωσαν. Τους νικήσαμε ξανά και πήγαμε στον
τελικό. Η ιστορία είναι γνωστή από εκεί και πέρα. Το πάθος, οι φωνές του κόσμου
που ήταν στο παρκέ και έπαιζε μαζί μας, η ψυχή του Ελληνα, οι βολές του
Καμπούρη. Ηταν αδύνατο να χάσουμε εκείνο το βράδυ, απλά ήταν αδύνατο. Θυμάμαι τη
συνάντηση με την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη μετά τον τελικό: «Δεν φαίνεται να
χαίρεσαι», μου είπε και εγώ της απάντησα ως εξής: «Χαίρομαι, αλλά αυτή τη στιγμή
όλο το ελληνικό μπάσκετ περνάει μπροστά μου σαν ένα φιλμ και προσπαθώ να
απομονώσω τις στιγμές από τότε που ήμουν παιδάκι και έκανα όνειρα ως αυτή τη
στιγμή που είμαι πρωταθλητής Ευρώπης».
Το στοίχημα το κερδίσατε και
απέμενε να αποδείξετε ότι δεν ήταν μια φωτοβολίδα. Και το πετύχατε και αυτό.
Το αργυρό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ της Γιουγκοσλαβίας δύο χρόνια
αργότερα ήταν η απάντηση σε όσους μιλούσαν με απαξίωση γι' αυτή την ομάδα.
Πήγαμε εκεί και υπό πολύ πιο δύσκολες συνθήκες βγήκαμε δεύτεροι. Αλλά και στην
πορεία αυτή η ομάδα απέδειξε ότι δεν έφτασε τυχαία στην ελίτ του ευρωπαϊκού και
ακολούθως του παγκόσμιου μπάσκετ. Και ας είχε κάκιστη αντιμετώπιση από
ορισμένους κακεντρεχείς: Το 1996 κάποιοι έλεγαν να κατέβουμε από το αεροπλάνο
και να γυρίσουμε πίσω επειδή δύο παιδιά κάπνισαν κατά τη διάρκεια της πτήσης
προς την Ατλάντα. Ντροπή τους ? και το λέω εγώ αυτό, ένας φανατικός μη
καπνιστής, που είμαι κατά του τσιγάρου και το πρεσβεύω αυτό ως στάση ζωής. Η
απάντησή μας δόθηκε στο γήπεδο. Κατακτήσαμε την πέμπτη θέση στον αγώνα με τη
Βραζιλία και εγώ τότε ολοκλήρωσα τη θητεία μου στην ομάδα που αγάπησα και
παθιάστηκα μαζί της περισσότερο από κάθε άλλη. Στα αποδυτήρια οι στιγμές ήταν
εκπληκτικές, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Oι συμπαίκτες μου με έκαναν να νιώσω ότι
όλα αυτά για τα οποία παλέψαμε μαζί άξιζαν πραγματικά τον κόπο και τις θυσίες.
Δεν περιγράφονται με λόγια οι στιγμές μιας αποχώρησης. Αλλού θέλω να καταλήξω:
Αυτή η παρέα δίδαξε περισσότερο ανθρώπινες σχέσεις, και ότι με αυτές αλλά και με
σκληρή δουλειά μπορείς να ξεπεράσεις τους εγωισμούς σου και να φτάσεις σε ένα
συγκλονιστικό αποτέλεσμα ασχέτως από τις συνθήκες με τις οποίες καλείσαι να
δουλέψεις. Αυτό είναι πάντοτε ο οδηγός μου.
Και η συνέχεια γράφεται
στους πάγκους. Με αφετηρία εκείνον της Εθνικής ομάδας. Χωρίς Γκάλη, που είχε
αποχωρήσει αρκετά νωρίτερα, αλλά πλέον και χωρίς Φασούλα και Χριστοδούλου. Το
βάρος της νέας γενιάς, βαρύ αλλά όχι ασήκωτο. Με τον Παναγιώτη Γιαννάκη να κρατά
την μπαγκέτα, η Εθνική ομάδα κατετάγη 4η στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της
Ισπανίας το 1997 και στο Παγκόσμιο της Αθήνας έναν χρόνο αργότερα. Και όμως,
κάποιοι κρίνουν αποτυχημένη την πορεία του συγκροτήματος, λες και τα μετάλλια
είχαν γίνει κατεστημένο για τη μικρή Ελλάδα. Η απάντηση του Παναγιώτη Γιαννάκη;
«O εχθρός του καλού είναι το καλύτερο και ο εχθρός του καλύτερου το
άριστο. Απλώς κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι στον αθλητισμό δεν
υπάρχει επετηρίδα».
|
|