Πράξη 2η: Βοστόνη

Η αμερικανική περιπέτεια του «δράκου» Το 1981 έγινε η πρώτη απόπειρα για να πάρω μεταγραφή, όμως, παρ' ότι εγώ ήθελα να φύγω, ο Ιωνικός δεν ήθελε να με δώσει. Τότε ο Ντουκσάιρ, ο οποίος ήταν προπονητής μου στην Εθνική ομάδα και με πίστευε πολύ, βρισκόταν στην Αμερική και επέμενε ότι θα μπορούσα να παίξω στο ΝΒΑ.

Ετσι, παρακινούμενος από εκείνον, αποφάσισα να μεταβώ στις ΗΠΑ. Στο ΝΒΑ την εποχή εκείνη δεν είχαν καμία εκτίμηση για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Να φανταστείς, οι μοναδικοί παίκτες που είχαν κινήσει το ενδιαφέρον των Αμερικανών  ήταν ο αείμνηστος Κρέζιμιρ Τσόσιτς, ο μεγάλος Σεργκέι
Μπέλοφ, τον οποίο όμως δεν άφηνε η Σοβιετική Ενωση να μεταναστεύσει, και ο Ντράζεν Νταλιμπάγκιτς, ο οποίος είχε δοκιμαστεί στους Σέλτικς την προηγούμενη χρονιά από εμένα και είχε κοπεί. Εγώ έκανα προπονήσεις και έπαιξα σε μερικούς αγώνες με το Hellenic College, το οποίο ήταν υπό την επίβλεψη των Σέλτικς. Σε μια προπόνηση όμως έπαθα ολική ρήξη πρόσθιου χιαστού. Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Ηταν η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας μου, γιατί ο γιατρός των Σέλτικς μου είπε ότι δεν θα ξαναπαίξω μπάσκετ και ότι έπρεπε να μην το προσπαθήσω καν. Τέλος πάντων, εγώ έκανα την επέμβαση και ξεκίνησα αγώνα για να επανέλθω.

Πιστέψατε ποτέ ότι αυτό μπορεί να ήταν το τέλος;

Oχι, ποτέ! Δεν ήταν δυνατό να χωνέψω κάτι τέτοιο. Θυμάμαι ότι μετά την εγχείρηση, η νυν σύζυγός μου και τότε αρραβωνιαστικιά μου, η Ευγενία, είχε έρθει στη Βοστόνη για να μου συμπαρασταθεί και εγώ προσπαθούσα να σηκωθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα από το κρεβάτι, να πατήσω το πόδι μου για να δω πώς αισθάνομαι, άσχετα με όσα έλεγαν οι γιατροί. Το πατούσα, το πίεζα, παρ' ότι πονούσα. Oι γιατροί μού έλεγαν ότι έπρεπε να κάνω τρεις μεταμοσχεύσεις για να γίνει εν μέρει καλά και να φτάσει το 60% της απόδοσης που είχα πριν τραυματιστώ. Εγώ έκανα πως δεν τους άκουγα. Τέλος πάντων, δούλεψα, έκανα προπόνηση, σήκωσα τρομερά βάρη... Αυτό το ατύχημα το έπαθα τον Oκτώβριο και τον Δεκέμβριο γύρισα στην Ελλάδα για να παντρευτώ. Δεν είπα σε κανέναν ότι είχα κάνει μια τόσο δύσκολη επέμβαση γιατί θα με έβγαζαν τελειωμένο.

Το πόδι επανήλθε; Λένε ότι σε ολόκληρη την καριέρα σας παίζατε χωρίς πρόσθιο χιαστό.

Και αυτό είναι αλήθεια! Επί 15 χρόνια έπαιζα χωρίς χιαστό και δεν το ήξερε κανείς. Oμως το πάλεψα και επέστρεψα αποφασισμένος να δοκιμάσω ξανά στα καμπ της Βοστόνης. Oσο με πονούσε το πόδι τόσο το πίεζα. Δεν αγαπούσα τον εαυτό μου και πολύ -φαίνεται- γιατί υπήρχαν στιγμές που υπέφερα αλλά επέμενα. Εκανα συνεχώς βάρη μέχρι εξάντλησης, πονούσα αλλά συνέχιζα. Δεν υπήρχε γυρισμός για μένα, το μπάσκετ ήταν η ζωή μου. Σιγά σιγά ξεκίνησα τις προπονήσεις, οι οποίες ήταν τρομερές, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Κάναμε το πρωί 10 με 12 σε ανοιχτό γήπεδο και μετά, από τις 3 ως τις 5 σε κλειστό. Στο ενδιάμεσο δεν κοιμόμουν. Τα tape ήταν ακόμη από την πρώτη προπόνηση πάνω στα πόδια μου, και επειδή δεν μπορούσαμε να φάμε κανονικά, καθώς ήταν πολύ κοντινές οι δύο προπονήσεις, κατάπινα δύο ντόνατς, έπινα έναν καφέ, καθόμουν τέζα στο κρεβάτι και περίμενα να πάει η ώρα 5, κοιτώντας το ρολόι στον τοίχο.

Από τότε ήθελα να είμαι ο αρχηγός της παρέας, παρ' ότι ήμουν μικρότερος από τα περισσότερα παιδιά  

Ηταν η περίοδος που γνωρίσατε τον Λάρι Μπερντ και τους μεγάλους άσους των Σέλτικς. Στο Veterans camp μετείχε η δωδεκάδα της περασμένης περιόδου, η οποία είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα, συν επτά επιπλέον παίκτες, μεταξύ των οποίων και η αφεντιά μου. Υπήρχε τρομερή ιεραρχία, ακόμη και στην προσέλευση των αθλητών στην προπόνηση. Θυμάμαι ότι τελευταίος ερχόταν, ένα τέταρτο πριν από το ζέσταμα, ο Τάινι Αρτσιμπαλντ επειδή ήταν ο πιο παλιός. Ξεκινούσαμε την προθέρμανση με μπασίματα και στο λέι-απ ο Μπερντ, ο Μακχέιλ και ο Αρτσιμπαλντ, παίκτες με τρομερή προσωπικότητα και χρόνια καριέρας στο ΝΒΑ, πήγαιναν στο καλάθι λες και ήταν το τελευταίο που θα έκρινε ένα σημαντικό ματς, με τρομερή ένταση και πάθος. Επίσης δεν θα ξεχάσω τα εσωτερικά διπλά, όταν χωριζόμασταν σε τρεις ομάδες και παίζαμε μεταξύ μας. Τις βουτιές που έκανε ο Λάρι Μπερντ για να κερδίσει την μπάλα από τον Αρτσιμπαλντ και τη μάχη που έδιναν οι δυο τους ξαπλωμένοι στο παρκέ για το ποιος θα την κρατήσει. Μια φορά μάλιστα, μόνο που δεν ήρθαν στα χέρια. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Είναι κάτι που στην Ευρώπη δεν το έχω δει ακόμη. Νομίζω ότι η νοοτροπία των Αμερικανών, η αφοσίωση και η προσήλωσή τους στην προετοιμασία και στην προπόνηση γενικότερα, είναι το μυστικό που τους διατηρεί σε τόσο υψηλό επίπεδο. Ετσι ήμουν κι εγώ σαν χαρακτήρας. Ποτέ δεν ήθελα να κάνω λούφα. Ηθελα πάντοτε να κάνω κάτι παραπάνω από ό,τι μου ζητούσε ο προπονητής. Μου έλεγαν να κάνω πέντε σπριντ, εγώ έκανα έξι. Μου έλεγαν να τρέξω δέκα φορές το γήπεδο πάνω κάτω, εγώ το έτρεχα δεκαπέντε.

Πώς ήταν η συμβίωση με τους αστέρες των Σέλτικς; Είχαν τουπέ; Ηταν σνομπ; Φαντάζομαι ότι τότε δεν θα ήξεραν καν πού πέφτει η Ελλάδα.

Oντως, δεν ήξεραν! Αλλά ήταν εντάξει απέναντί μου και απέναντι σε όλους τους νέους του καμπ. Μιλούσαν μαζί μου πολύ, με συμβούλευαν, με παρότρυναν να συνεχίσω την εξάσκηση, έβλεπαν κάτι σε μένα και ήθελαν να μπω στην ομάδα, προσπαθούσαν πολύ για να συμβεί αυτό. Τελικά η Βοστόνη μου πρότεινε να συνεχίσω σε κάποια ομάδα του CBA ώστε να με παρακολουθούν οι σκάουτερ των Σέλτικς, ωστόσο εγώ δεν ήθελα να χάσω την ερασιτεχνική ιδιότητα και να μην μπορώ να παίξω στην Εθνική ομάδα, όπως προέβλεπε ο ισχύων νόμος της εποχής, και έτσι αποφάσισα να επιστρέψω. Εκεί τελείωσε για μένα το αμερικανικό όνειρο, όμως όλα όσα συνέβησαν στην πορεία με δικαίωσαν. Για το μόνο που μετάνιωσα είναι που το 1979 δεν πήγα στο Μίσιγκαν Στέιτ για να παίξω στο NCAA. Εκείνο το καλοκαίρι το συγκεκριμένο κολέγιο είχε μεν κατακτήσει τον πανεπιστημιακό τίτλο, όμως εκείνη ήταν η τελευταία χρονιά του Μάτζικ Τζόνσον, ο οποίος έφευγε για τους Λέικερς. Με ήθελαν για αντικαταστάτη του αλλά ο Ιωνικός με πίεζε να μείνω στην Ελλάδα και τελικά με έπεισε.